Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

Τα επίδικα της Διαπραγμάτευσης - [ART-2]



Το ακόλουθο κείμενο έχει γραφεί στις 11.6.15.  Ομού με το 3ο κεφάλαιο του εδώ προηγούμενου [ART-1], δηλ. το κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Λιτότητα & Διέξοδος στο Διεθνές Τοπίο»,  διαμορφωμένα σε ενιαίο άρθρο υπό τον τίτλο «Διαπραγμάτευση κι Αντιλιτότητα», δημοσιεύθηκαν στο  «ΑΝΤΙΦΩΝΟ»  στις 19.6.15.


Πλάϊ  στα στοιχεία πολιτικής φαρσοκωμωδίας της περιόδου, αυτό που έχει πραγματική σημασία είναι ο αμήχανος αφοπλισμός της κοινωνίας η οποία εδώ κι αρκετό καιρό χειροκροτεί τις ίδιες τις «χαμηλές προσδοκίες» της – θα συμφωνήσω εδώ με τον Βενιζέλο, προσθέτοντας όμως ότι η κοινωνία τις εννοεί όχι μόνο ως οικονομικές αλλ’ ως ολικά υπαρξιακές. Ετσι πχ. οι χαμηλές προσδοκίες στα της εθνικής αξιοπρέπειας αφορούν στοιχεία που «μιλούν εδώ και τώρα στην (πεπτωκυϊα) γλώσσα της κοινωνίας» χωρίς απαιτήσεις «πίστης και πολιτικής», δηλ. αφορούν στοιχεία ευανάγνωστου λαϊκού τσαμπουκά, ενδεχομένως αναδυόμενου από πισίνα. Πράγματι, η κοινωνία μετά την αγανακτισμένη αντισυστημική της έκρηξη έχει διολισθήσει, υπό τα συστημικά συσκοτιστικά πυρά και ιδίως αυτά της αριστεράς, σε προσανατολισμούς που διατηρούν μεν πολλά απ’ τα ανατακτικά αντισυστημικά τους στοιχεία αλλά που έχουν κυριαρχηθεί απ’ τα εγκλωβιστικά στοιχεία του αντιμνημονίου και της αντιλιτότητας. Φυσικά οι ευθύνες της διανόησης εδώ – πέραν της κομματικής - είναι τεράστιες, είτε της «ρεαλιστικής» είτε της «αντιμνημονιακής» είτε τέλος αυτής της φλύαρης απολιτίκ ακοινωνησίας.  Από θέση εναντίωσης σ’ όλα αυτά θα συνοψίσω στη συνέχεια τα ουσιαστικά της διαπραγμάτευσης ενώ στο γενικότερο κι απολύτως σχετικό ζήτημα της Αντι-λιτότητας και του σχετικού διεθνούς τοπίου έχω αναφερθεί σε προηγούμενη αρθρογραφία (βλ. & άνω εισαγωγή ).

Η «διαπραγμάτευση» για τα διάφορα «μέτρα» (φορολογικά, συνταξιοδοτικά κτλ) δεν έχει ουσιαστικά αντικείμενο πέραν αυτού της λαϊκιστικής κατανάλωσης, αφού τα ασφυκτικά πλέον δημοσιονομικά αφορούν αδήρητη εσωτερική ανάγκη. Μοναδικό περαιτέρω ζήτημα είναι η κατανομή των σχετικών βαρών (μ’ οποιαδήποτε μορφή Φόρων ή Περικοπών) θέμα για το οποίο ούτως ή άλλως η κυβέρνηση έχει τον πρώτο λόγο και η τρόϊκα δηλωμένη αποδοχή «ισοδύναμων» εναλλακτικών. Ο μόνος κυβερνητικός αντίπαλος εδώ είναι ο ίδιος ο κυβερνητικός λόγος σε κομματικό και κοινωνικό επίπεδο, παγιδευμένος στην ταύτιση «κοινωνικής δικαιοσύνης» κι «αντιλιτότητας».

Τα ουσιαστικά επίδικα της διαπραγμάτευσης περαιτέρω αφορούν  3  ζητήματα :

Πρώτον, την παράταση της γνωστής «εθνικολαϊκής» εποχής, δηλ. αυτής όχι απλά των δανεικών, αλλά ουσιαστικά της εποχής των πρωτογενών ελλειμμάτων, δηλ. της δανειακής υπερχρέωσης του μέλλοντος που, αν και δεν ομολογείται ως έως πέρισυ, επιχειρείται με λογιών τερτίπια και «δημιουργικές ασάφειες». Πρόκειται εδώ για τον βαθειά παρασιτικό – εκμαυλιστικό προοδευτισμό του οποίου το κίνητρο και η άλλη όψη είναι η γνωστή «φιλολαϊκή» συστημική-κομματική αναπαραγωγή και τελάληδές της οι διάφοροι πτωχοκάπηλοι, μαζί και οι τηλεπαράθυροι εκατομμυριούχοι, κομματικοί και μιντιακοί.

Δεύτερον, την απομείωση του χρέους και των σχετικών ετήσιων βαρών, θέμα για το οποίο έχει γίνει πολύς λόγος σχετικά αν κι ελάχιστα διαφωτιστικός.  Είναι ωστόσο φανερό ότι όσο μεγάλη είναι η επάχθεια κι αμφίβολη η βιωσιμότητα του χρέους, αλλο τόσο δύσκολη είναι η απομείωσή του σε όρους αντιευρωπαϊσμού αλλά και δημοσιονομικής, πολιτικής και διαπραγματευτικής αταξίας.

Τρίτον, την αναπτυξιακή στήριξη όπως κυρίως αφορά οικονομικές ενισχύσεις και σχετικά προγράμματα.  Εαν δεν υπήρχαν τα ΕΣΠΑ (& τα ΚΠΣ παλιότερα) όλα με περιορισμένη αξιοποίηση, θα είχε ίσως κάποια βάση η εντύπωση ότι το κύριο πρόβλημα σχετικά είναι αυτό της ρευστότητας. Ομως, το κύριο πρόβλημα εδώ, όπως ομολογεί κι ο υπ. οικονομικών κατά περίσταση, όπως πολλοί γνωρίζουν κι όπως πολλοί πασχίζουν να κρύψουν, δεν είναι η ρευστότητα.  Είναι το διαρθρωτικό-σχεδιαστικό όπως εμπλέκει αλλά και ξεπερνά τον δημόσιο τομέα, όπως αφήνει αδιάβαστο κι απολυτέο ολόκληρο το κομματικό σύστημα από Δεξιά ως Αριστερά, όπως διαπερνά όλη την κοινωνία και κορυφώνεται στο ρόλο της (μεγαλο)μεσαίας τάξης κι όπως μορφοποιείται ειδικότερα και τελικά στα του πολιτικού συστήματος. Η στοχοποίηση εδώ των «μνημονιακών κυβερνήσεων» ή των «κυβερνήσεων του κεφαλαίου» που γίνεται από διάφορες πλευρές, υπολείπεται αυτής της «ελληνικής πολιτικής ελίτ» που κάνει ο Σόϊμπλε, χωρίς και η τελευταία να φτάνει στο βάθος του πράγματος (φυσιολογικά άλλωστε, αφού η «διανοούμενη στόφα» του, που λέει κι ο Βαρουφάκης, έχει τα όρια ενός συντηρητικού κατά βάση πολιτικού όσα κλικ κι αν είναι μπροστά απ’ την αντιμνημονιολογούσα ελληνική διανόηση). Στους όρους αυτούς η όποια τυχόν πρόσθετη «αναπτυξιακή στήριξη» θα ήταν καταδικασμένη να αποτελεί ένα είδος «μίγματος» καρκινοβασίας και μνημονίων όσο κι αν προσπαθούσε να στηριχθεί πάνω της η φαντασιακή αναπτυξιολογία ή να την εξωραϊσει η πλαστογραφική γλωσσοπλασία. Στους ίδιους όρους τα διάφορα συμπληρώματα στα οποία επιζητείται να «δικαιωθεί» η πατρώα αιμορραγία (πολεμικές και κατοχικές αποζημιώσεις κτλ) κι ακόμα κάποια τυχόν πετρελαϊκά λαχεία, θα μπορούσαν να παρατείνουν τη βολή και το χαράμι των εγχωρίων παρασίτων ομού με την εξαγορασμένη ανοχή των πληβείων, καθόλου όμως δεν θα εγγράφονταν στην κοινωνική ανάταξη.

Υπάρχει ωστόσο ένας κοινός παρονομαστής στα  3  ως άνω αιτήματα, κοινός μάλιστα και με τα παραμιλητά που αφορούν την ειδικότερη μετρολογία.  Ο ίδιος παρονομαστής βρίσκεται ακόμα στόν πυρήνα τόσο της «δημιουργικής ασάφειας», όσο και της «διαρκούς διαπραγμάτευσης». Τέλος βρίσκεται στη βάση της διακομματικής υπόγειας επικοινωνίας-σύγκλισης του όλου συστήματος πέραν των τακτικών του διαφοροποιήσεων ή και των εξοντωτικών αλληλοφαγωμάτων ανάμεσα στις διάφορες κλίκες του. Ο παρονομαστής αυτός έχει  ως μια όψη την «αντι-λιτότητα» της «μεσαίας τάξης» (της άνω των 50.000 οικογενειακού ετησίως) κι ως έτερη το αίτημα για καθαρές μεταβιβάσεις απο βορρά (κυρίως απο Γερμανία) προς νότο, ακριβώς ως αναγκαία πηγή. Το κεϋνσιανό – κεντρώο υπόβαθρο της πολιτικής αυτής, μάλιστα επί το παρασιτικότερον, την καθιστά όχι απλώς «μακροπρόθεσμα νεκρή» αλλά και τρεχόντως αποτυχημένη, στο φόντο των ραγδαίων πλέον παγκόσμιων εξελίξεων, παρά τα περιθώρια που θα είχαν οι μεταβιβάσεις αυτές υπό πραγματικά αναπτυξιακούς όρους.
Στο σημείο αυτό η κυβερνητική πολιτική ειδικότερα διχάζεται σ’ εκείνη που θέλει να «αλλάξει την ευρώπη» δηλ. ελπίζει να προωθήσει την ως άνω μεσαιοταξική πολιτική «αντιλιτότητας» σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενδεχομένως και υπό την απειλή «να το κάνει Κούγκι», και σε εκείνη που ως μειοψηφία θεωρεί ότι πρέπει να εγκαταλείψει την ευρώπη και να εφαρμόσει ένα φαντασιακό κράμα  κεϋνσιανού-κρατικού σοσιαλισμού «σε μια μόνο χώρα» κατά τις γνωστές συνταγές σε παραλλαγή.

Στα δεδομένα αυτά, και με γνωστές τις αντιφατικές κοινωνικές διαθέσεις (αντι-τυχοδιωκτισμός κι αντι-λιτότητα μαζί), η κυβερνητική διαφυγή απ’ την λαϊκιστική αυτο-παγίδευση είναι δύσκολη. Με την «ηρωϊκή»-τυχοδιωκτική διέξοδο σε διάφορες εκδοχές να απειλεί με διάλυση τον αριστερό μύθο κι ως εκ τούτου να έχει μικρές πιθανότητες, η «ρεαλιστική» απ-αριστεροποίηση αποτελεί την κύρια επιλογή, όταν μάλιστα οι γνωστές και πολύμορφες γκεμπελικές τεχνικές μπορούν να υποβοηθήσουν στην απομείωση του σχετικού κομματικού κόστους και τη μερική διάσωση του μύθου έστω ως μεταλλαγμένου. Στην πραγματικότητα η απ-αριστεροποίηση είναι η μοναδική προοπτική της κάθε Αριστεράς οπισθοφυλακής, αποκλειομένης της νεκρανάστασης μιας μαζικής σταλιναριστεράς διαφόρων παραλλαγών. Το μόνο ζήτημα είναι το αν η απ-αριστεροποίηση αυτή αυτή συντελείται υπερβατικά, δηλ. ως δύσκολη αναδιαμόρφωση-συνεισφορά στα του αναγκαίου ελευθερωτικού κοινωνικού υποκειμένου ή ενδοσυστημικά, δηλ. ως Κεντροαριστερά στο κλασικό συστημικό ΚΔ-ΚΑ δίπολο. Είναι επίσης φανερό ότι η ανασυγκρότηση των 2 αυτών πόλων, ΚΔ & ΚΑ, κεντρικών στη λειτουργία του συστήματος, συνιστά στρατηγική ανάγκη κι επιδίωξή του, μετά το βαρύ τραυματισμό που έχουν υποστεί τα τελευταία χρόνια στην αναμέτρησή τους με τις κοινωνικές ανάγκες, όταν μάλιστα πλαϊ στην ιδεοθεωρητική και προγραμματική ανεπάρκειά τους έχει αποκαλυφθεί και η φαυλότητά τους. Εν προκειμένω η κυβερνητική πορεία και η μείζων συστημική στόχευση συναντώνται στο ΚΑ έδαφος, έχοντας και τα ειδικότερα στοιχεία μιας ορατής επίσης κι εδώ «εσωτερικής διαπραγμάτευσης», όπως θυσίες και τράμπες αναλώσιμου προσωπικού, αφομοιώσεις ριζοσπαστικής λογοκοπίας, δυσανεξίες κι ανοχές σε μια σειρά στοιχεία ψυχοπαθολογικής ιδιοτροπίας και νεοβαρβαρότητας κτλ.

Αυτό που δεν θίγεται με κανένα τρόπο στην ουσία, όπου άλλωστε κι ένας βασικός κόμπος της διαπραγμάτευσης με την τρόϊκα, είναι η αναγκαία εσωτερική αναδιανομή, πράγμα που θα σήμαινε τη μεταφορά μεγάλου μέρους του βάρους της «ανθρωπιστικής κρίσης» στην (άνω)μεσαία τάξη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό, στην τεχνική, την οικονομική και την πολιτική του διάσταση συνδέεται πολυεπίπεδα με το πολιτικό σύστημα κι ότι στην πραγματικότητα θα σήμαινε επανάσταση για την ελληνική κοινωνία. Μια επανάσταση που ασφαλώς δεν περιορίζεται στην απλή αναδιανομή βαρών, ούτε αφορά μια νομοθετική «ξεπέτα», αλλά ουσιαστικά αφορά τον βαθύ δημοκρατικό-σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της χώρας, στο ευρωπαϊκό πάντα πλαίσιο, με κεντρικό άξονα κι εφαλτήριο το αντίστοιχο πολιτικό σύστημα, πολυκομματικό, μεταφιλελεύθερο και μεταριστερό.

Βεβαίως οι όποιες εξελίξεις, θα επαναθέτουν με κάθε τρόπο κι εν μέσω κοινωνικού βρασμού το κεντρικό αυτό θέμα, όσο κι αν διάφορα συστημικά εγχειρήματα, απολιτίκ φλυαρίες ή πλεγματικές υπεκφυγές προσπαθούν να το παρακάμψουν, για τον απλό λόγο ότι σ’ αυτό συναντώνται τα εφικτά κι αναγκαία των καιρών. -
Δ.Τ.  – 11.6.15

                                                                                        ~ ~ ~ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.